Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mask

/mæsk/

noun

1. A covering to disguise or conceal the face

    synonym:
  • mask

1. Ένα κάλυμμα για να κρύψει ή να κρύψει το πρόσωπο

συνώνυμο:
  • μάσκα

2. Activity that tries to conceal something

  • "No mask could conceal his ignorance"
  • "They moved in under a mask of friendship"
    synonym:
  • mask

2. Δραστηριότητα που προσπαθεί να κρύψει κάτι

  • "Καμία μάσκα δεν μπορούσε να κρύψει την άγνοιά του"
  • "Μετακόμισαν κάτω από μια μάσκα φιλίας"
συνώνυμο:
  • μάσκα

3. A party of guests wearing costumes and masks

    synonym:
  • masquerade
  • ,
  • masquerade party
  • ,
  • masque
  • ,
  • mask

3. Ένα πάρτι των επισκεπτών που φορούν κοστούμια και μάσκες

συνώνυμο:
  • μεταμφίεση,
  • πάρτι μεταμφίεσης,
  • μασκ,
  • μάσκα

4. A protective covering worn over the face

    synonym:
  • mask

4. Ένα προστατευτικό κάλυμμα που φοριέται πάνω από το πρόσωπο

συνώνυμο:
  • μάσκα

verb

1. Hide under a false appearance

  • "He masked his disappointment"
    synonym:
  • dissemble
  • ,
  • cloak
  • ,
  • mask

1. Κρύβονται κάτω από μια ψεύτικη εμφάνιση

  • "Καλύπτει την απογοήτευσή του"
συνώνυμο:
  • αποσυναρμολογώ,
  • μανδύασ,
  • μάσκα

2. Put a mask on or cover with a mask

  • "Mask the children for halloween"
    synonym:
  • mask

2. Βάλτε μια μάσκα ή καλύψτε με μια μάσκα

  • "Μάσκετε τα παιδιά για τις απόκριες"
συνώνυμο:
  • μάσκα

3. Make unrecognizable

  • "The herb masks the garlic taste"
  • "We disguised our faces before robbing the bank"
    synonym:
  • disguise
  • ,
  • mask

3. Κάνω αγνώριστο

  • "Το βότανο καλύπτει τη γεύση σκόρδου"
  • "Μεταμφιέσαμε τα πρόσωπά μας πριν ληστέψουμε την τράπεζα"
συνώνυμο:
  • μεταμφιέζω,
  • μάσκα

4. Cover with a sauce

  • "Mask the meat"
    synonym:
  • mask

4. Σκεπάζουμε με σάλτσα

  • "Κάλεσε το κρέας"
συνώνυμο:
  • μάσκα

5. Shield from light

    synonym:
  • mask
  • ,
  • block out

5. Ασπίδα από το φως

συνώνυμο:
  • μάσκα,
  • αποκλείω

Examples of using

He was wearing a mask.
Φορούσε μάσκα.
As a precaution against infection, please put on the face mask provided to you.
Ως προφύλαξη κατά της μόλυνσης, παρακαλούμε να βάλετε τη μάσκα προσώπου που σας παρέχεται.
Are you wearing face mask?
Φοράτε μάσκα προσώπου?