Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Masculine

/mæskjələn/

noun

1. A gender that refers chiefly (but not exclusively) to males or to objects classified as male

    synonym:
  • masculine

1. Ένα φύλο που αναφέρεται κυρίως ( αλλά όχι αποκλειστικά) στα αρσενικά ή σε αντικείμενα που ταξινομούνται ως αρσενικά

συνώνυμο:
  • αρσενικό

adjective

1. Of grammatical gender

    synonym:
  • masculine

1. Γραμματικό φύλο

συνώνυμο:
  • αρσενικό

2. Associated with men and not with women

    synonym:
  • masculine

2. Συνδέεται με άνδρες και όχι με γυναίκες

συνώνυμο:
  • αρσενικό

3. (music or poetry) ending on an accented beat or syllable

  • "A masculine cadence"
  • "The masculine rhyme of `annoy, enjoy'"
    synonym:
  • masculine

3. (μουσική ή ποίηση) που τελειώνει σε έναν τονισμένο χτύπο ή συλλαβή

  • "Ένα αρσενικό ρυθμό"
  • "Η αρσενική ομοιοκαταληξία του `αννόι', απολαύστε'"
συνώνυμο:
  • αρσενικό

Examples of using

Brothers Grimm’s Little Red Riding Hood has a neutral gender, while Charles Perrault’s has a masculine one.
Αδελφοί Γκριμ - Μικρή Κόκκινη Ιππασία Κουκούλα έχει ουδέτερο φύλο, ενώ ο Τσαρλς Πέραουλτ έχει αρρενωπό.