Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mantel

/mæntəl/

noun

1. Shelf that projects from wall above fireplace

  • "In britain they call a mantel a chimneypiece"
    synonym:
  • mantel
  • ,
  • mantelpiece
  • ,
  • mantle
  • ,
  • mantlepiece
  • ,
  • chimneypiece

1. Ράφι που προβάλλει από τον τοίχο πάνω από το τζάκι

  • "Στη βρετανία αποκαλούν έναν μανδύα χιμπατζή"
συνώνυμο:
  • μάντελ,
  • περιποίηση,
  • μανδύασ,
  • μανδύασ,
  • χιμνατζήδεσ