Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Manner

/mænər/

noun

1. How something is done or how it happens

  • "Her dignified manner"
  • "His rapid manner of talking"
  • "Their nomadic mode of existence"
  • "In the characteristic new york style"
  • "A lonely way of life"
  • "In an abrasive fashion"
    synonym:
  • manner
  • ,
  • mode
  • ,
  • style
  • ,
  • way
  • ,
  • fashion

1. Πώς γίνεται κάτι ή πώς συμβαίνει

  • "Αξιοπρεπής τρόπος"
  • "Ο γρήγορος τρόπος ομιλίας"
  • "Ο νομαδικός τρόπος ύπαρξής τους"
  • "Στο χαρακτηριστικό στυλ της νέας υόρκης"
  • "Ένας μοναχικός τρόπος ζωής"
  • "Με λειαντικό τρόπο"
συνώνυμο:
  • τρόπος,
  • λειτουργία,
  • στυλ,
  • τρόπος,
  • μόδα

2. A way of acting or behaving

    synonym:
  • manner
  • ,
  • personal manner

2. Ένας τρόπος δράσης ή συμπεριφοράς

συνώνυμο:
  • τρόπος,
  • προσωπικός τρόπος

3. A kind

  • "What manner of man are you?"
    synonym:
  • manner

3. Ένα είδος

  • "Τι άνθρωπος είσαι?"
συνώνυμο:
  • τρόπος

Examples of using

Tom's rough manner frightened the children.
Ο τραχύς τρόπος του Τομ τρόμαξε τα παιδιά.
The students acted in an inappropriate manner.
Οι μαθητές ενήργησαν με ακατάλληλο τρόπο.
Tom's friendly manner deceived us.
Ο φιλικός τρόπος του Τομ μας εξαπάτησε.