Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Malice

/mæləs/

noun

1. Feeling a need to see others suffer

    synonym:
  • malice
  • ,
  • maliciousness
  • ,
  • spite
  • ,
  • spitefulness
  • ,
  • venom

1. Αίσθημα ανάγκης να βλέπουμε τους άλλους να υποφέρουν

συνώνυμο:
  • κακία,
  • κακόβουλο,
  • παραφράζω,
  • κακία,
  • δηλητήριο

2. The quality of threatening evil

    synonym:
  • malevolence
  • ,
  • malevolency
  • ,
  • malice

2. Η ποιότητα του απειλητικού κακού

συνώνυμο:
  • κακουχία,
  • κακόβουλη πολιτική,
  • κακία

Examples of using

There was no malice in what he did.
Δεν υπήρχε κακία σε αυτό που έκανε.