Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "mainly" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "κυρίως" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mainly

[Κυρίως]
/menli/

adverb

1. For the most part

  • "He is mainly interested in butterflies"
    synonym:
  • chiefly
  • ,
  • principally
  • ,
  • primarily
  • ,
  • mainly
  • ,
  • in the main

1. Ως επί το πλείστον

  • "Ενδιαφέρεται κυρίως για τις πεταλούδες"
συνώνυμο:
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • στο κύριο

Examples of using

Seagulls are mainly coastal birds.
Οι γλάροι είναι κυρίως παράκτια πουλιά.
That type of temple influenced all of the Middle East, mainly Egypt.
Αυτός ο τύπος ναού επηρέασε όλη τη Μέση Ανατολή, κυρίως την Αίγυπτο.
Though I mainly work as a studio musician, I do a little busking to make some extra money.
Αν και εργάζομαι κυρίως ως μουσικός στούντιο, κάνω λίγο πεζοπορία για να βγάλω κάποια επιπλέον χρήματα.