Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ma

/mɑ/

noun

1. Informal terms for a mother

    synonym:
  • ma
  • ,
  • mama
  • ,
  • mamma
  • ,
  • mom
  • ,
  • momma
  • ,
  • mommy
  • ,
  • mammy
  • ,
  • mum
  • ,
  • mummy

1. Ανεπίσημοι όροι για μια μητέρα

συνώνυμο:
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μαμά,
  • μούμια

2. A master's degree in arts and sciences

    synonym:
  • Master of Arts
  • ,
  • MA
  • ,
  • Artium Magister
  • ,
  • AM

2. Μεταπτυχιακό δίπλωμα στις τέχνες και τις επιστήμες

συνώνυμο:
  • Μάστερ των Τεχνών,
  • ΜΑ,
  • Μαγίστρο Άρτιουμ,
  • ΕΊΜΑΙ

3. One thousandth of an ampere

    synonym:
  • milliampere
  • ,
  • mA

3. Το ένα χιλιοστό του αμπέρ

συνώνυμο:
  • χιλιοστόπειρα,
  • μΑ

4. A state in new england

  • One of the original 13 colonies
    synonym:
  • Massachusetts
  • ,
  • Bay State
  • ,
  • Old Colony
  • ,
  • MA

4. Μια πολιτεία στη νέα αγγλία

  • Μία από τις 13 αποικίες
συνώνυμο:
  • Μασαχουσέτη,
  • Πολιτεία του Κόλπου,
  • Παλιά αποικία,
  • ΜΑ