Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "lush" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "πλούσια" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lush

[Λεπτόσ]
/ləʃ/

noun

1. A person who drinks alcohol to excess habitually

    synonym:
  • alcoholic
  • ,
  • alky
  • ,
  • dipsomaniac
  • ,
  • boozer
  • ,
  • lush
  • ,
  • soaker
  • ,
  • souse

1. Ένα άτομο που πίνει αλκοόλ σε υπερβολική συνήθεια

συνώνυμο:
  • αλκοολικός,
  • άλκυ,
  • διψομανήσ,
  • παραφυάδα,
  • πλούσιος,
  • απολαμβάνων,
  • σπίτι

adjective

1. Produced or growing in extreme abundance

  • "Their riotous blooming"
    synonym:
  • exuberant
  • ,
  • lush
  • ,
  • luxuriant
  • ,
  • profuse
  • ,
  • riotous

1. Παράγεται ή αναπτύσσεται σε ακραία αφθονία

  • "Η ταραχώδης ανθοφορία τους"
συνώνυμο:
  • πληθωρικό,
  • πλούσιος,
  • πλούσια,
  • αφθονία,
  • ταραχώδησ

2. Characterized by extravagance and profusion

  • "A lavish buffet"
  • "A lucullan feast"
    synonym:
  • lavish
  • ,
  • lucullan
  • ,
  • lush
  • ,
  • plush
  • ,
  • plushy

2. Χαρακτηρίζεται από υπερβολή και αφθονία

  • "Πλούσιος μπουφές"
  • "Μια γιορτή του λουκλάνου"
συνώνυμο:
  • πλουσιοπάροχοσ,
  • λουκουλάν,
  • πλούσιος,
  • βελούδινο,
  • βελούδινοσ

3. Full of juice

  • "Lush fruits"
  • "Succulent roast beef"
  • "Succulent plants with thick fleshy leaves"
    synonym:
  • lush
  • ,
  • succulent

3. Γεμάτος χυμό

  • "Πλούσια φρούτα"
  • "Πλούσιο ψητό βοδινό κρέας"
  • "Πυώδη φυτά με παχιά σαρκώδη φύλλα"
συνώνυμο:
  • πλούσιος,
  • χυμώδησ