Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "luckily" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "γαλακτικά" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Luckily

[Ευτυχώς]
/ləkəli/

adverb

1. By good fortune

  • "Fortunately the weather was good"
    synonym:
  • fortunately
  • ,
  • fortuitously
  • ,
  • luckily
  • ,
  • as luck would have it

1. Καλή τύχη

  • "Δυστυχώς ο καιρός ήταν καλός"
    συνώνυμο:
  • ευτυχώς
  • ,
  • τυχαία
  • ,
  • όπως η τύχη θα το είχε