Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Loyal

/lɔɪəl/

adjective

1. Steadfast in allegiance or duty

  • "Loyal subjects"
  • "Loyal friends stood by him"
    synonym:
  • loyal

1. Σταθερός στην υποταγή ή το καθήκον

  • "Πιστά θέματα"
  • "Οι πιστοί φίλοι στάθηκαν δίπλα του"
συνώνυμο:
  • πιστός

2. Inspired by love for your country

    synonym:
  • patriotic
  • ,
  • loyal

2. Εμπνευσμένο από την αγάπη για τη χώρα σας

συνώνυμο:
  • πατριωτικόσ,
  • πιστός

3. Unwavering in devotion to friend or vow or cause

  • "A firm ally"
  • "Loyal supporters"
  • "The true-hearted soldier...of tippecanoe"- campaign song for william henry harrison
  • "Fast friends"
    synonym:
  • firm
  • ,
  • loyal
  • ,
  • truehearted
  • ,
  • fast(a)

3. Ακλόνητη αφοσίωση στο φίλο ή όρκο ή αιτία

  • "Σταθερός σύμμαχος"
  • "Πιστοί υποστηρικτές"
  • "Ο πραγματικά καλόκαρδος στρατιώτης του τιππεκάνοε" - τραγούδι εκστρατείας για τον ουίλιαμ χένρι χάρισον.
  • "Γρήγορους φίλους"
συνώνυμο:
  • σταθερός,
  • πιστός,
  • αληθινόσ,
  • ντεσι()

Examples of using

Tom has a large loyal following.
Ο Τομ έχει μια μεγάλη πιστή ακολουθία.
He is loyal to his boss.
Είναι πιστός στο αφεντικό του.
We must be loyal to our principles.
Πρέπει να είμαστε πιστοί στις αρχές μας.