Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lotto

/lɑtoʊ/

noun

1. A game in which numbered balls are drawn at random and players cover the corresponding numbers on their cards

    synonym:
  • lotto
  • ,
  • bingo
  • ,
  • beano
  • ,
  • keno

1. Ένα παιχνίδι στο οποίο οι αριθμημένες μπάλες σχεδιάζονται τυχαία και οι παίκτες καλύπτουν τους αντίστοιχους αριθμούς στις κάρτες τους

συνώνυμο:
  • λότο,
  • μπίνγκο,
  • μπεάνο,
  • κένο