Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lobotomy

/loʊboʊtoʊmi/

noun

1. Surgical interruption of nerve tracts to and from the frontal lobe of the brain

  • Often results in marked cognitive and personality changes
    synonym:
  • lobotomy
  • ,
  • leukotomy
  • ,
  • leucotomy
  • ,
  • prefrontal lobotomy
  • ,
  • prefrontal leukotomy
  • ,
  • prefrontal leucotomy
  • ,
  • frontal lobotomy

1. Χειρουργική διακοπή των νευρικών οδών προς και από τον μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου

  • Συχνά οδηγεί σε σημαντικές γνωστικές και προσωπικές αλλαγές
συνώνυμο:
  • λοβοτομή,
  • λευκοτομία,
  • λευκοτομία,
  • προμετωπιαία λοβοτομή,
  • προμετωπιαία λευκοτομία,
  • προμετωπιαία λευκοτομία,
  • μετωπιαία λοβοτομή