Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lisle

/laɪəl/

noun

1. A fabric woven with lisle thread

    synonym:
  • lisle

1. Ένα ύφασμα που υφαίνεται με το νήμα σαλακιών

συνώνυμο:
  • λισλ

2. A strong tightly twisted cotton thread (usually made of long-staple cotton)

    synonym:
  • lisle
  • ,
  • lisle thread

2. Ένα ισχυρό σφιχτά στριμμένο βαμβακερό νήμα (συνήθως κατασκευασμένο από βαμβάκι μεγάλου μήκους

συνώνυμο:
  • λισλ,
  • νήμα από σπίτι