Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ling

/lɪŋ/

noun

1. Water chestnut whose spiny fruit has two rather than 4 prongs

    synonym:
  • ling
  • ,
  • ling ko
  • ,
  • Trapa bicornis

1. Νερό κάστανο του οποίου το αγκαθωτό φρούτο έχει δύο αντί για 4 φρεάτια

συνώνυμο:
  • λινγκ,
  • λινγκ Κο,
  • Τράπα μπιχόρνης

2. Common old world heath represented by many varieties

  • Low evergreen grown widely in the northern hemisphere
    synonym:
  • heather
  • ,
  • ling
  • ,
  • Scots heather
  • ,
  • broom
  • ,
  • Calluna vulgaris

2. Κοινό παλαιό κόσμο που αντιπροσωπεύεται από πολλές ποικιλίες

  • Χαμηλό αειθαλές που καλλιεργούνται ευρέως στο βόρειο ημισφαίριο
συνώνυμο:
  • επιτήδειοσ,
  • λινγκ,
  • Σκωτσέζοι,
  • σκούπα,
  • Χυδαία καλλοπανίδα

3. Elongated marine food fish of greenland and northern europe

  • Often salted and dried
    synonym:
  • ling
  • ,
  • Molva molva

3. Επιμήκη θαλάσσια ψάρια τροφίμων της γροιλανδίας και της βόρειας ευρώπης

  • Συχνά αλατισμένο και αποξηραμένο
συνώνυμο:
  • λινγκ,
  • Μόλβα Μόλβα

4. American hakes

    synonym:
  • ling

4. Αμερικανικά χακία

συνώνυμο:
  • λινγκ

5. Elongate freshwater cod of northern europe and asia and north america having barbels around its mouth

    synonym:
  • burbot
  • ,
  • eelpout
  • ,
  • ling
  • ,
  • cusk
  • ,
  • Lota lota

5. Επιμήκης γλυκός μπακαλιάρος της βόρειας ευρώπης και της ασίας και της βόρειας αμερικής που έχει κουδούνια γύρω από το στόμα του

συνώνυμο:
  • μπιφτέκι,
  • περιπλανώμαι,
  • λινγκ,
  • κουσκ,
  • Λότα Λότα