Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Linear

/lɪniər/

adjective

1. Designating or involving an equation whose terms are of the first degree

    synonym:
  • linear
  • ,
  • additive

1. Προσδιορισμός ή συμμετοχή μιας εξίσωσης της οποίας οι όροι είναι του πρώτου βαθμού

συνώνυμο:
  • γραμμικός,
  • πρόσθετο

2. Of or in or along or relating to a line

  • Involving a single dimension
  • "A linear measurement"
    synonym:
  • linear
  • ,
  • one-dimensional

2. Από ή μέσα ή κατά μήκος ή σχετικά με μια γραμμή

  • Περιλαμβάνοντας μια ενιαία διάσταση
  • "Μια γραμμική μέτρηση"
συνώνυμο:
  • γραμμικός,
  • μονοδιάστατος

3. Of a circuit or device having an output that is proportional to the input

  • "Analogue device"
  • "Linear amplifier"
    synonym:
  • analogue
  • ,
  • analog
  • ,
  • linear

3. Από ένα κύκλωμα ή μια συσκευή που έχει μια έξοδο που είναι ανάλογη προς την είσοδο

  • "Αναλογική συσκευή"
  • "Γραμμικός ενισχυτής"
συνώνυμο:
  • αναλογικό,
  • αναλογικός,
  • γραμμικός

4. (of a leaf shape) long and narrow

    synonym:
  • linear
  • ,
  • elongate

4. ( ενός σχήματος φύλλου) μακρύ και στενό

συνώνυμο:
  • γραμμικός,
  • επιμηκύνω

5. Measured lengthwise

  • "Cost of lumber per running foot"
    synonym:
  • linear
  • ,
  • running(a)

5. Μετρήθηκε κατά μήκος

  • "Κόστος ξυλείας ανά τρεχούμενο πόδι"
συνώνυμο:
  • γραμμικός,
  • τρεξίμ(

Examples of using

This system of linear equations has exactly one solution.
Αυτό το σύστημα γραμμικών εξισώσεων έχει ακριβώς μία λύση.
This system of linear equations has infinitely many solutions.
Αυτό το σύστημα γραμμικών εξισώσεων έχει απείρως πολλές λύσεις.