Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "lighting" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "φωτισμός" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lighting

[Φωτισμός]
/laɪtɪŋ/

noun

1. Having abundant light or illumination

  • "They played as long as it was light"
  • "As long as the lighting was good"
    synonym:
  • light
  • ,
  • lighting

1. Έχοντας άφθονο φως ή φωτισμό

  • "Έπαιζαν όσο ήταν ελαφρύ"
  • "Όσο ο φωτισμός ήταν καλός"
συνώνυμο:
  • φως,
  • φωτισμός

2. Apparatus for supplying artificial light effects for the stage or a film

    synonym:
  • lighting

2. Συσκευή για την παροχή τεχνητών επιδράσεων φωτός για τη σκηνή ή μια ταινία

συνώνυμο:
  • φωτισμός

3. The craft of providing artificial light

  • "An interior decorator must understand lighting"
    synonym:
  • lighting

3. Η τέχνη της παροχής τεχνητού φωτός

  • "Ένας διακοσμητής εσωτερικών χώρων πρέπει να κατανοήσει το φωτισμό"
συνώνυμο:
  • φωτισμός

4. The act of setting something on fire

    synonym:
  • ignition
  • ,
  • firing
  • ,
  • lighting
  • ,
  • kindling
  • ,
  • inflammation

4. Η πράξη του να βάλεις κάτι στη φωτιά

συνώνυμο:
  • ανάφλεξη,
  • πυροδότηση,
  • φωτισμός,
  • ανάβω,
  • φλεγμονή

Examples of using

They're lighting the candle and asking the great kind God for happiness.
Ανάβουν το κερί και ζητούν από τον μεγάλο ευγενικό Θεό την ευτυχία.
The lighting blinded me for a while.
Ο φωτισμός με τύφλωσε για λίγο.
They say that the difference between art and pornography is all about the lighting.
Λένε ότι η διαφορά μεταξύ της τέχνης και της πορνογραφίας αφορά το φωτισμό.