Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Liberalization

/lɪbərəlɪzeʃən/

noun

1. The act of making less strict

    synonym:
  • liberalization
  • ,
  • liberalisation
  • ,
  • relaxation

1. Η πράξη του να γίνεις λιγότερο αυστηρός

συνώνυμο:
  • απελευθέρωση,
  • ελευθέρωση,
  • χαλάρωση