Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lexicographer

/lɛksɪkɑgrəfər/

noun

1. A compiler or writer of a dictionary

  • A student of the lexical component of language
    synonym:
  • lexicographer
  • ,
  • lexicologist

1. Ένας μεταγλωττιστής ή συγγραφέας ενός λεξικού

  • Ένας μαθητής του λεξικού συστατικού της γλώσσας
συνώνυμο:
  • λεξικογράφοσ,
  • λεξικαλολόγοσ