Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Leveling

/lɛvəlɪŋ/

noun

1. Changing the ground level to a smooth horizontal or gently sloping surface

    synonym:
  • grading
  • ,
  • leveling

1. Αλλαγή του επιπέδου εδάφους σε μια ομαλή οριζόντια ή απαλά επικλινή επιφάνεια

συνώνυμο:
  • βαθμολόγηση,
  • ισοπέδωση

2. Complete destruction of a building

    synonym:
  • razing
  • ,
  • leveling
  • ,
  • tearing down
  • ,
  • demolishing

2. Πλήρης καταστροφή ενός κτιρίου

συνώνυμο:
  • βρέχω,
  • ισοπέδωση,
  • κατεδαφίζω,
  • κατεδάφιση

3. The act of making equal or uniform

    synonym:
  • equalization
  • ,
  • equalisation
  • ,
  • leveling

3. Η πράξη της ισότιμης ή ομοιόμορφης

συνώνυμο:
  • εξίσωση,
  • εξίσωση,
  • ισοπέδωση