Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lesser

/lɛsər/

adjective

1. Of less size or importance

  • "The lesser anteater"
  • "The lesser of two evils"
    synonym:
  • lesser

1. Λιγότερο μέγεθος ή σημασία

  • "Ο μικρότερος πρόγονος"
  • "Το μικρότερο από τα δύο κακά"
συνώνυμο:
  • μικρότερη

2. Smaller in size or amount or value

  • "The lesser powers of europe"
  • "The lesser anteater"
    synonym:
  • lesser

2. Μικρότερο σε μέγεθος ή ποσότητα ή αξία

  • "Οι μικρότερες δυνάμεις της ευρώπης"
  • "Ο μικρότερος πρόγονος"
συνώνυμο:
  • μικρότερη