Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lei

/le/

noun

1. Flower arrangement consisting of a circular band of foliage or flowers for ornamental purposes

    synonym:
  • wreath
  • ,
  • garland
  • ,
  • coronal
  • ,
  • chaplet
  • ,
  • lei

1. Διάταξη λουλουδιών που αποτελείται από μια κυκλική ζώνη φυλλώματος ή λουλουδιών για διακοσμητικούς σκοπούς

συνώνυμο:
  • στεφάνι,
  • γιρλάντα,
  • στεφανόσ,
  • παρεκκλήσι,
  • λέι