Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Leaden

/lɛdən/

adjective

1. Darkened with overcast

  • "A dark day"
  • "A dull sky"
  • "The sky was leaden and thick"
    synonym:
  • dull
  • ,
  • leaden

1. Σκοτεινιάζει με παραμόρφωση

  • "Σκοτεινή μέρα"
  • "Θαμπός ουρανός"
  • "Ο ουρανός ήταν πυκνός και πυκνός"
συνώνυμο:
  • βαρετός,
  • μολύβδησ

2. Made heavy or weighted down with weariness

  • "His leaden arms"
  • "Weighted eyelids"
    synonym:
  • leaden
  • ,
  • weighted

2. Γίνεται βαρύ ή σταθμισμένο με φθορά

  • "Τα χέρια του"
  • "Σταθμισμένα βλέφαρα"
συνώνυμο:
  • μολύβδησ,
  • σταθμισμένοσ

3. Made of lead

  • "A leaden weight"
    synonym:
  • leaden

3. Φτιαγμένο από μόλυβδο

  • "Ένα βάρος μολύβδου"
συνώνυμο:
  • μολύβδησ

4. (of movement) slow and laborious

  • "Leaden steps"
    synonym:
  • leaden
  • ,
  • plodding

4. ( της κίνησης) αργή και επίπονη

  • "Ανοιχτά βήματα"
συνώνυμο:
  • μολύβδησ,
  • επένδυση

5. Lacking lightness or liveliness

  • "Heavy humor"
  • "A leaden conversation"
    synonym:
  • heavy
  • ,
  • leaden

5. Έλλειψη ελαφρότητας ή ζωντάνιας

  • "Βαρύ χιούμορ"
  • "Μια ηγετική συζήτηση"
συνώνυμο:
  • βαρύς,
  • μολύβδησ