Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lawfully

/lɔfəli/

adverb

1. In a manner acceptable to common custom

  • "You cannot do this legitimately!"
    synonym:
  • legitimately
  • ,
  • lawfully
  • ,
  • licitly

1. Με τρόπο αποδεκτό από την κοινή συνήθεια

  • "Δεν μπορείς να το κάνεις νόμιμα!"
συνώνυμο:
  • νόμιμα,
  • νόμιμα,
  • λεκτικά

2. By law

  • Conforming to the law
  • "We are lawfully wedded now"
    synonym:
  • legally
  • ,
  • lawfully
  • ,
  • de jure

2. Σύμφωνα με το νόμο

  • Σύμφωνα με το νόμο
  • "Είμαστε νόμιμα παντρεμένοι τώρα"
συνώνυμο:
  • νομικά,
  • νόμιμα,
  • ντε Τζούρε