Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lava

/lɑvə/

noun

1. Rock that in its molten form (as magma) issues from volcanos

  • Lava is what magma is called when it reaches the surface
    synonym:
  • lava

1. Ροκ που στη λιωμένη του μορφή (ας ζητήματα από τα ηφαίστεια

  • Λάβα είναι αυτό που λέγεται μάγμα όταν φτάνει στην επιφάνεια
συνώνυμο:
  • λάβα

Examples of using

Mount Etna has erupted, sending lava and ash plumes into the Sicilian sky.
Το όρος Αίτνα έχει εκραγεί, στέλνοντας λάβα και τέφρα στον ουρανό της Σικελίας.