Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Lacquer

/lækər/

noun

1. A black resinous substance obtained from certain trees and used as a natural varnish

    synonym:
  • lacquer

1. Μια μαύρη ρητινώδης ουσία που λαμβάνεται από ορισμένα δέντρα και χρησιμοποιείται ως φυσικό βερνίκι

συνώνυμο:
  • λάκα

2. A hard glossy coating

    synonym:
  • lacquer

2. Μια σκληρή γυαλιστερή επίστρωση

συνώνυμο:
  • λάκα

verb

1. Coat with lacquer

  • "A lacquered box from china"
    synonym:
  • lacquer

1. Παλτό με λάκα

  • "Ένα λακαρισμένο κουτί από την κίνα"
συνώνυμο:
  • λάκα

Examples of using

If the difference between order and chaos or preservation and ruin were the same as that between high mountains and deep valleys, or between white clay and black lacquer, then wisdom would have had no place: stupidity would also have been alright.
Αν η διαφορά μεταξύ τάξης και χάους ή συντήρησης και καταστροφής ήταν η ίδια με εκείνη μεταξύ ψηλών βουνών και βαθιών κοιλάδων, τότε η σοφία δεν θα είχε καμία θέση: η βλακεία θα ήταν επίσης εντάξει.