Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "knockout" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "νοκ-άουτ" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Knockout

[Νοκ άουτ]
/nɑkaʊt/

noun

1. A very attractive or seductive looking woman

    synonym:
  • smasher
  • ,
  • stunner
  • ,
  • knockout
  • ,
  • beauty
  • ,
  • ravisher
  • ,
  • sweetheart
  • ,
  • peach
  • ,
  • lulu
  • ,
  • looker
  • ,
  • mantrap
  • ,
  • dish

1. Μια πολύ ελκυστική ή σαγηνευτική γυναίκα

    συνώνυμο:
  • λειαίνων
  • ,
  • εκπληκτικός
  • ,
  • νοκ-άουτ
  • ,
  • ομορφιά
  • ,
  • εξαφανίζων
  • ,
  • γλυκιά μου
  • ,
  • ροδάκινο
  • ,
  • lulu
  • ,
  • επισκέπτησ
  • ,
  • παραπέτασμα
  • ,
  • πιάτο

2. A blow that renders the opponent unconscious

    synonym:
  • knockout
  • ,
  • KO
  • ,
  • kayo

2. Ένα χτύπημα που καθιστά τον αντίπαλο αναίσθητο

    συνώνυμο:
  • νοκ-άουτ
  • ,
  • ΚΟ
  • ,
  • kayo

adjective

1. Very strong or vigorous

  • "Strong winds"
  • "A hard left to the chin"
  • "A knockout punch"
  • "A severe blow"
    synonym:
  • hard
  • ,
  • knockout
  • ,
  • severe

1. Πολύ δυνατός ή ζωηρός

  • "Ισχυροί άνεμοι"
  • "Ένα σκληρό αριστερό στο πηγούνι"
  • "Μια γροθιά νοκ άουτ"
  • "Ένα σοβαρό χτύπημα"
    συνώνυμο:
  • σκληρός
  • ,
  • νοκ-άουτ
  • ,
  • σοβαρός

Examples of using

Ten minutes after the knockout, the boxer regained consciousness.
Δέκα λεπτά μετά το νοκ-άουτ, ο πυγμάχος ανέκτησε τις αισθήσεις του.