Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kleptomaniac

/klɛptəmeniæk/

noun

1. Someone with an irrational urge to steal in the absence of an economic motive

    synonym:
  • kleptomaniac

1. Κάποιος με μια παράλογη επιθυμία να κλέψει ελλείψει οικονομικού κινήτρου

συνώνυμο:
  • κλεπτομανήσ