Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "kindling" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εξευγενισμός" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kindling

[Συνδέω]
/kɪndlɪŋ/

noun

1. Material for starting a fire

    synonym:
  • kindling
  • ,
  • tinder
  • ,
  • touchwood
  • ,
  • spunk
  • ,
  • punk

1. Υλικό για την έναρξη μιας πυρκαγιάς

συνώνυμο:
  • ανάβω,
  • τίντερ,
  • αγγελιοφόρο,
  • αποσπώ,
  • πανκ

2. The act of setting something on fire

    synonym:
  • ignition
  • ,
  • firing
  • ,
  • lighting
  • ,
  • kindling
  • ,
  • inflammation

2. Η πράξη του να βάλεις κάτι στη φωτιά

συνώνυμο:
  • ανάφλεξη,
  • πυροδότηση,
  • φωτισμός,
  • ανάβω,
  • φλεγμονή