Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kin

/kɪn/

noun

1. A person having kinship with another or others

  • "He's kin"
  • "He's family"
    synonym:
  • kin
  • ,
  • kinsperson
  • ,
  • family

1. Ένα άτομο που έχει συγγένεια με άλλο ή άλλους

  • "Είναι συγγενής"
  • "Είναι οικογένεια"
συνώνυμο:
  • συγγενήσ,
  • συγγενήσ,
  • οικογένεια

2. Group of people related by blood or marriage

    synonym:
  • kin
  • ,
  • kin group
  • ,
  • kinship group
  • ,
  • kindred
  • ,
  • clan
  • ,
  • tribe

2. Ομάδα ατόμων που σχετίζονται με αίμα ή γάμο

συνώνυμο:
  • συγγενήσ,
  • ομάδα κινητών,
  • ομάδα συγγένειας,
  • αναπαριστώ,
  • φυλή,
  • φυλή

adjective

1. Related by blood

    synonym:
  • akin(p)
  • ,
  • blood-related
  • ,
  • cognate
  • ,
  • consanguine
  • ,
  • consanguineous
  • ,
  • consanguineal
  • ,
  • kin(p)

1. Σχετίζεται με το αίμα

συνώνυμο:
  • ακιν(),
  • σχετίζεται με το αίμα,
  • γνωρίζω,
  • συναγωγή,
  • συναγωνιώδησ,
  • συναγωνιστικόσ,
  • κιν()<TAG1>

Examples of using

The police will release the victim's name after they have notified his next of kin.
Η αστυνομία θα απελευθερώσει το όνομα του θύματος αφού ειδοποιήσει τον συγγενή του.