Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kimono

/kəmoʊnə/

noun

1. A loose robe

  • Imitated from robes originally worn by japanese
    synonym:
  • kimono

1. Μια χαλαρή ρόμπα

  • Μιμήθηκε από τα ρόμπες που φορούσαν αρχικά οι ιάπωνες
συνώνυμο:
  • κιμονό

Examples of using

I only wear a kimono about once a year.
Φοράω μόνο ένα κιμονό περίπου μία φορά το χρόνο.
You look good in a kimono.
Φαίνεσαι καλά σε ένα κιμονό.
She certainly looks beautiful in a Japanese kimono.
Φαίνεται σίγουρα όμορφη σε ένα ιαπωνικό κιμονό.