Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kilogram

/kɪləgræm/

noun

1. One thousand grams

  • The basic unit of mass adopted under the systeme international d'unites
  • "A kilogram is approximately 2.2 pounds"
    synonym:
  • kilogram
  • ,
  • kg
  • ,
  • kilo

1. Χίλια γραμμάρια

  • Η βασική μονάδα μάζας που υιοθετήθηκε από τη διεθνή συστηματική ένωση
  • "Ένα κιλό είναι περίπου 2,2 κιλά"
συνώνυμο:
  • κιλό,
  • κιλά,
  • κιλό

Examples of using

Do you sell this by the kilogram?
Το πουλάτε με το κιλό?
How much does a kilogram of pineapples cost?
Πόσο κοστίζει ένα κιλό ανανά?