Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Kerosene

/kɛrəsin/

noun

1. A flammable hydrocarbon oil used as fuel in lamps and heaters

    synonym:
  • kerosene
  • ,
  • kerosine
  • ,
  • lamp oil
  • ,
  • coal oil

1. Ένα εύφλεκτο πετρέλαιο υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε λαμπτήρες και θερμαντήρες

συνώνυμο:
  • κηροζίνη,
  • κηροζίνη,
  • λάδι λάμπας,
  • πετρέλαιο άνθρακα