Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Jungle

/ʤəŋgəl/

noun

1. A location marked by an intense competition and struggle for survival

    synonym:
  • jungle

1. Μια τοποθεσία που χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και αγώνα για επιβίωση

συνώνυμο:
  • ζούγκλα

2. A place where hoboes camp

    synonym:
  • hobo camp
  • ,
  • jungle

2. Ένα μέρος όπου το στρατόπεδο των αλήτων

συνώνυμο:
  • στρατόπεδο Χόμπο,
  • ζούγκλα

3. An impenetrable equatorial forest

    synonym:
  • jungle

3. Ένα αδιαπέραστο ισημερινό δάσος

συνώνυμο:
  • ζούγκλα

Examples of using

They entered the jungle.
Μπήκαν στη ζούγκλα.
The jungle was dense and thick.
Η ζούγκλα ήταν πυκνή και πυκνή.
Tigers live in the jungle, lions in the savanna.
Τίγρεις ζουν στη ζούγκλα, λιοντάρια στη σαβάνα.