Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "joyfully" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "χαρούμενα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Joyfully

[Χαρούμενα]
/ʤɔɪfəli/

adverb

1. In a joyous and gleeful manner

  • "The old man had greeted her gleefully"
    synonym:
  • gleefully
  • ,
  • joyously
  • ,
  • joyfully

1. Με χαρούμενο και χαρούμενο τρόπο

  • "Ο γέρος την είχε χαιρετήσει χαρούμενα"
    συνώνυμο:
  • χαρούμενα