Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Jot

/ʤɑt/

noun

1. A brief (and hurriedly handwritten) note

    synonym:
  • jotting
  • ,
  • jot

1. Ένα σύντομο (και βιαστικά χειρόγραφο ) σημείωμα

συνώνυμο:
  • παρατήρηση,
  • σημείωμα

2. A slight but appreciable amount

  • "This dish could use a touch of garlic"
    synonym:
  • touch
  • ,
  • hint
  • ,
  • tinge
  • ,
  • mite
  • ,
  • pinch
  • ,
  • jot
  • ,
  • speck
  • ,
  • soupcon

2. Ένα μικρό αλλά αξιόλογο ποσό

  • "Αυτό το πιάτο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα άγγιγμα σκόρδου"
συνώνυμο:
  • αφή,
  • υπόδειξη,
  • τσούζω,
  • ακάρεα,
  • τσίμπημα,
  • σημείωμα,
  • στίγμα,
  • σούπα

verb

1. Write briefly or hurriedly

  • Write a short note of
    synonym:
  • jot down
  • ,
  • jot

1. Γράψτε εν συντομία ή βιαστικά

  • Γράψτε μια σύντομη σημείωση για
συνώνυμο:
  • σημειώνω κάτω,
  • σημείωμα