Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "issue" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "έκδοση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Issue

[Ζήτημα]
/ɪʃu/

noun

1. An important question that is in dispute and must be settled

  • "The issue could be settled by requiring public education for everyone"
  • "Politicians never discuss the real issues"
    synonym:
  • issue

1. Ένα σημαντικό ζήτημα που αμφισβητείται και πρέπει να λυθεί

  • "Το ζήτημα θα μπορούσε να διευθετηθεί με την απαίτηση δημόσιας εκπαίδευσης για όλους"
  • "Οι πολιτικοί δεν συζητούν ποτέ τα πραγματικά ζητήματα"
συνώνυμο:
  • θέμα

2. One of a series published periodically

  • "She found an old issue of the magazine in her dentist's waiting room"
    synonym:
  • issue
  • ,
  • number

2. Μία από τις σειρές που δημοσιεύονται περιοδικά

  • "Βρήκε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού στην αίθουσα αναμονής του οδοντιάτρου"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • αριθμός

3. Some situation or event that is thought about

  • "He kept drifting off the topic"
  • "He had been thinking about the subject for several years"
  • "It is a matter for the police"
    synonym:
  • topic
  • ,
  • subject
  • ,
  • issue
  • ,
  • matter

3. Κάποια κατάσταση ή γεγονός που εξετάζεται

  • "Συνέχισε να παρασύρεται από το θέμα"
  • "Σκέφτεται το θέμα εδώ και αρκετά χρόνια"
  • "Είναι θέμα της αστυνομίας"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • θέμα,
  • θέμα,
  • θέμα

4. The act of providing an item for general use or for official purposes (usually in quantity)

  • "A new issue of stamps"
  • "The last issue of penicillin was over a month ago"
    synonym:
  • issue
  • ,
  • issuing
  • ,
  • issuance

4. Η πράξη της παροχής ενός στοιχείου για γενική χρήση ή για επίσημους σκοπούς (συνήθως σε ποσότητα)

  • "Ένα νέο ζήτημα γραμματοσήμων"
  • "Το τελευταίο τεύχος της πενικιλίνης ήταν πριν από ένα μήνα"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • έκδοση,
  • έκδοση

5. Supplies (as food or clothing or ammunition) issued by the government

    synonym:
  • issue
  • ,
  • military issue
  • ,
  • government issue

5. Προμήθειες (α τρόφιμα ή ρούχα ή πυρομαχικά) που εκδίδεται από την κυβέρνηση

συνώνυμο:
  • θέμα,
  • στρατιωτικό ζήτημα,
  • κυβερνητικό ζήτημα

6. The income or profit arising from such transactions as the sale of land or other property

  • "The average return was about 5%"
    synonym:
  • return
  • ,
  • issue
  • ,
  • take
  • ,
  • takings
  • ,
  • proceeds
  • ,
  • yield
  • ,
  • payoff

6. Το εισόδημα ή το κέρδος που προκύπτει από συναλλαγές όπως η πώληση γης ή άλλης περιουσίας

  • "Η μέση απόδοση ήταν περίπου 5%"
συνώνυμο:
  • επιστροφή,
  • θέμα,
  • παίρνω,
  • παραλαβέσ,
  • έσοδα,
  • απόδοση,
  • αποπληρωμή

7. A phenomenon that follows and is caused by some previous phenomenon

  • "The magnetic effect was greater when the rod was lengthwise"
  • "His decision had depressing consequences for business"
  • "He acted very wise after the event"
    synonym:
  • consequence
  • ,
  • effect
  • ,
  • outcome
  • ,
  • result
  • ,
  • event
  • ,
  • issue
  • ,
  • upshot

7. Ένα φαινόμενο που ακολουθεί και προκαλείται από κάποιο προηγούμενο φαινόμενο

  • "Η μαγνητική επίδραση ήταν μεγαλύτερη όταν η ράβδος ήταν κατά μήκος"
  • "Η απόφασή του είχε καταθλιπτικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις"
  • "Ενήργησε πολύ σοφά μετά την εκδήλωση"
συνώνυμο:
  • συνέπεια,
  • επίδραση,
  • αποτέλεσμα,
  • αποτέλεσμα,
  • εκδήλωση,
  • θέμα,
  • αναβαθμίσεισ

8. The immediate descendants of a person

  • "She was the mother of many offspring"
  • "He died without issue"
    synonym:
  • offspring
  • ,
  • progeny
  • ,
  • issue

8. Οι άμεσοι απόγονοι ενός ατόμου

  • "Ήταν η μητέρα πολλών απογόνων"
  • "Πέθανε χωρίς πρόβλημα"
συνώνυμο:
  • απόγονοι,
  • απόγονος,
  • θέμα

9. The becoming visible

  • "Not a day's difference between the emergence of the andrenas and the opening of the willow catkins"
    synonym:
  • emergence
  • ,
  • egress
  • ,
  • issue

9. Γίνεται ορατό

  • "Δεν υπάρχει διαφορά ημέρας μεταξύ της εμφάνισης των ανδρένες και του ανοίγματος των κολοκύθων ιτιάς"
συνώνυμο:
  • εμφάνιση,
  • εγωίστρια,
  • θέμα

10. An opening that permits escape or release

  • "He blocked the way out"
  • "The canyon had only one issue"
    synonym:
  • exit
  • ,
  • issue
  • ,
  • outlet
  • ,
  • way out

10. Ένα άνοιγμα που επιτρέπει τη διαφυγή ή την απελευθέρωση

  • "Μπλόκαρε τη διέξοδο"
  • "Το φαράγγι είχε μόνο ένα θέμα"
συνώνυμο:
  • έξοδος,
  • θέμα,
  • έξοδος,
  • βγαίνω έξω

11. The act of issuing printed materials

    synonym:
  • issue
  • ,
  • publication

11. Η πράξη έκδοσης έντυπου υλικού

συνώνυμο:
  • θέμα,
  • δημοσίευση

verb

1. Prepare and issue for public distribution or sale

  • "Publish a magazine or newspaper"
    synonym:
  • publish
  • ,
  • bring out
  • ,
  • put out
  • ,
  • issue
  • ,
  • release

1. Προετοιμασία και έκδοση για δημόσια διανομή ή πώληση

  • "Δημοσιεύστε ένα περιοδικό ή μια εφημερίδα"
συνώνυμο:
  • δημοσιεύω,
  • βγάζω,
  • βγάζω,
  • θέμα,
  • απελευθέρωση

2. Circulate or distribute or equip with

  • "Issue a new uniform to the children"
  • "Supply blankets for the beds"
    synonym:
  • issue
  • ,
  • supply

2. Κυκλοφορεί ή διανέμει ή εξοπλίζει με

  • "Εκδώστε μια νέα στολή για τα παιδιά"
  • "Κουβέρτες για τα κρεβάτια"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • προμήθεια

3. Bring out an official document (such as a warrant)

    synonym:
  • issue

3. Βγάλτε ένα επίσημο έγγραφο (όπως ένα ένταλμα)

συνώνυμο:
  • θέμα

4. Come out of

  • "Water issued from the hole in the wall"
  • "The words seemed to come out by themselves"
    synonym:
  • issue
  • ,
  • emerge
  • ,
  • come out
  • ,
  • come forth
  • ,
  • go forth
  • ,
  • egress

4. Βγαίνω από

  • "Νερό που εκδίδεται από την τρύπα στον τοίχο"
  • "Οι λέξεις φαίνονταν να βγαίνουν μόνες τους"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • αναδύεται,
  • βγαίνω έξω,
  • βγαίνω,
  • βγαίνω έξω,
  • εγωίστρια

5. Make out and issue

  • "Write out a check"
  • "Cut a ticket"
  • "Please make the check out to me"
    synonym:
  • write out
  • ,
  • issue
  • ,
  • make out
  • ,
  • cut

5. Προβάλλω

  • "Γράψτε μια επιταγή"
  • "Κόψτε ένα εισιτήριο"
  • "Παρακαλώ κάντε την επιταγή σε μένα"
συνώνυμο:
  • γράφω,
  • θέμα,
  • βγάζω βαθιά,
  • κόβω

Examples of using

Obesity is considered by far the most serious health issue facing the developed world.
Η παχυσαρκία θεωρείται μακράν το πιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο ανεπτυγμένος κόσμος.
Next year we'll recur to this issue.
Την επόμενη χρονιά θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα.
Thanks for giving this issue the attention it deserves.
Σας ευχαριστώ που δώσατε την προσοχή που του αξίζει.