Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Irresponsibly

/ɪrəspɑnsəbli/

adverb

1. In an irresponsible manner

  • "He acted irresponsibly"
    synonym:
  • irresponsibly

1. Με ανεύθυνο τρόπο

  • "Ενήργησε ανεύθυνα"
συνώνυμο:
  • ανεύθυνα