Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "invest" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "επενδύστε" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Invest

[Επενδύω]
/ɪnvɛst/

verb

1. Make an investment

  • "Put money into bonds"
    synonym:
  • invest
  • ,
  • put
  • ,
  • commit
  • ,
  • place

1. Κάνω επένδυση

  • "Τα χρήματα σε ομόλογα"
συνώνυμο:
  • επενδύω,
  • βάζω,
  • αποφασίζω,
  • τοποθετώ

2. Give qualities or abilities to

    synonym:
  • endow
  • ,
  • indue
  • ,
  • gift
  • ,
  • empower
  • ,
  • invest
  • ,
  • endue

2. Δώστε τις ιδιότητες ή τις ικανότητες να

συνώνυμο:
  • προικίζω,
  • επαγωγή,
  • δώρο,
  • ενδυνάμωση,
  • επενδύω,
  • αποτελεί πρόβλημα

3. Furnish with power or authority

  • Of kings or emperors
    synonym:
  • invest
  • ,
  • clothe
  • ,
  • adorn

3. Έπιπλα με δύναμη ή αρχή

  • Βασιλιάδες ή αυτοκράτορες
συνώνυμο:
  • επενδύω,
  • ντύνομαι,
  • στολίζω

4. Provide with power and authority

  • "They vested the council with special rights"
    synonym:
  • invest
  • ,
  • vest
  • ,
  • enthrone

4. Παρέχει δύναμη και εξουσία

  • "Απέδωσαν στο συμβούλιο ειδικά δικαιώματα"
συνώνυμο:
  • επενδύω,
  • γιλέκο,
  • ενθρονίζω

5. Place ceremoniously or formally in an office or position

  • "There was a ceremony to induct the president of the academy"
    synonym:
  • induct
  • ,
  • invest
  • ,
  • seat

5. Τοποθετήστε τελετουργικά ή επίσημα σε ένα γραφείο ή θέση

  • "Υπήρξε μια τελετή για την εισαγωγή του προέδρου της ακαδημίας"
συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • επενδύω,
  • κάθισμα

Examples of using

How much money do you plan to invest in government bonds?
Πόσα χρήματα σκοπεύετε να επενδύσετε σε κρατικά ομόλογα?