Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inventor

/ɪnvɛntər/

noun

1. Someone who is the first to think of or make something

    synonym:
  • inventor
  • ,
  • discoverer
  • ,
  • artificer

1. Κάποιος που είναι ο πρώτος που σκέφτεται ή κάνει κάτι

συνώνυμο:
  • εφευρέτης,
  • ανακάλυψησ,
  • τεχνίτησ

Examples of using

Benjamin Franklin was an American statesman and inventor.
Ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν ήταν Αμερικανός πολιτικός και εφευρέτης.
Yes, he is an inventor, if I understood correctly.
Ναι, είναι εφευρέτης, αν κατάλαβα σωστά.
We all regard Thomas Edison as a great inventor.
Όλοι θεωρούμε τον Τόμας Έντισον έναν μεγάλο εφευρέτη.