Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Intrepidly

/ɪntrɛpədli/

adverb

1. Without fear

  • "Fearlessly, he led the troops into combat"
    synonym:
  • fearlessly
  • ,
  • dauntlessly
  • ,
  • intrepidly

1. Χωρίς φόβο

  • "Ακούραστα οδήγησε τα στρατεύματα στη μάχη"
συνώνυμο:
  • ατρόμητα,
  • αποθαρρυντικά,
  • ατρόμητα