Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Intolerance

/ɪntɑlərəns/

noun

1. Impatience with annoyances

  • "His intolerance of interruptions"
    synonym:
  • intolerance

1. Ανυπομονησία με ενοχλήσεις

  • "Η μισαλλοδοξία του από τις διακοπές"
συνώνυμο:
  • μισαλλοδοξία

2. Unwillingness to recognize and respect differences in opinions or beliefs

    synonym:
  • intolerance

2. Απροθυμία να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν τις διαφορές στις απόψεις ή τις πεποιθήσεις

συνώνυμο:
  • μισαλλοδοξία