Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Intimately

/ɪntəmətli/

adverb

1. In a close manner

  • "The two phenomena are intimately connected"
  • "The person most nearly concerned"
    synonym:
  • closely
  • ,
  • intimately
  • ,
  • nearly

1. Με στενό τρόπο

  • "Τα δύο φαινόμενα είναι στενά συνδεδεμένα"
  • "Το άτομο που σχεδόν ανησυχεί"
συνώνυμο:
  • στενά,
  • στενά,
  • σχεδόν

2. With great or especially intimate knowledge

  • "We knew them well"
    synonym:
  • well
  • ,
  • intimately

2. Με μεγάλη ή ιδιαίτερα οικεία γνώση

  • "Τους ξέραμε καλά"
συνώνυμο:
  • καλά,
  • στενά