Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Intention

/ɪntɛnʧən/

noun

1. An anticipated outcome that is intended or that guides your planned actions

  • "His intent was to provide a new translation"
  • "Good intentions are not enough"
  • "It was created with the conscious aim of answering immediate needs"
  • "He made no secret of his designs"
    synonym:
  • purpose
  • ,
  • intent
  • ,
  • intention
  • ,
  • aim
  • ,
  • design

1. Ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα που προορίζεται ή που καθοδηγεί τις προγραμματισμένες ενέργειές σας

  • "Η πρόθεσή του ήταν να δώσει μια νέα μετάφραση"
  • "Οι καλές προθέσεις δεν είναι αρκετές"
  • "Δημιουργήθηκε με συνειδητό στόχο να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες"
  • "Δεν έκρυψε τα σχέδιά του"
συνώνυμο:
  • σκοπός,
  • πρόθεση,
  • πρόθεση,
  • στόχος,
  • σχεδιασμός

2. (usually plural) the goal with respect to a marriage proposal

  • "His intentions are entirely honorable"
    synonym:
  • intention

2. (συνήθως πλουρα) ο στόχος σε σχέση με μια πρόταση γάμου

  • "Οι προθέσεις του είναι απόλυτα έντιμες"
συνώνυμο:
  • πρόθεση

3. An act of intending

  • A volition that you intend to carry out
  • "My intention changed once i saw her"
    synonym:
  • intention

3. Μια πράξη πρόθεσης

  • Μια βούληση που σκοπεύετε να εκτελέσετε
  • "Η πρόθεσή μου άλλαξε μόλις την είδα"
συνώνυμο:
  • πρόθεση

Examples of using

It was not my intention.
Δεν ήταν πρόθεσή μου.
Is it true that you alluded to an intention to divorce Taninna?
Είναι αλήθεια ότι αναφερθήκατε στην πρόθεση να χωρίσετε την Τανίννα?
The Lvov city council once more draws attention to the false information regarding the intention to ban speaking Russian in Lvov.
Το δημοτικό συμβούλιο του Λβοφ εφιστά για άλλη μια φορά την προσοχή στις ψευδείς πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση απαγόρευσης της ομιλίας.