Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Intensity

/ɪntɛnsəti/

noun

1. The amount of energy transmitted (as by acoustic or electromagnetic radiation)

  • "He adjusted the intensity of the sound"
  • "They measured the station's signal strength"
    synonym:
  • intensity
  • ,
  • strength
  • ,
  • intensity level

1. Η ποσότητα της ενέργειας που μεταδίδεται (α με ακουστική ή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία)

  • "Προσάρμοσε την ένταση του ήχου"
  • "Μέτρησαν την ισχύ του σήματος του σταθμού"
συνώνυμο:
  • ένταση,
  • δύναμη,
  • επίπεδο έντασης

2. High level or degree

  • The property of being intense
    synonym:
  • intensity
  • ,
  • intensiveness

2. Υψηλό επίπεδο ή βαθμός

  • Η ιδιότητα του να είσαι έντονος
συνώνυμο:
  • ένταση,
  • εντατικότητα

3. The magnitude of sound (usually in a specified direction)

  • "The kids played their music at full volume"
    synonym:
  • volume
  • ,
  • loudness
  • ,
  • intensity

3. Το μέγεθος του ήχου (συνήθως σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση)

  • "Τα παιδιά έπαιζαν τη μουσική τους σε πλήρη ένταση"
συνώνυμο:
  • όγκος,
  • δυνατότητα,
  • ένταση

4. Chromatic purity: freedom from dilution with white and hence vivid in hue

    synonym:
  • saturation
  • ,
  • chroma
  • ,
  • intensity
  • ,
  • vividness

4. Χρωματική καθαρότητα: ελευθερία από την αραίωση με το λευκό και ως εκ τούτου ζωντανή στην απόχρωση

συνώνυμο:
  • κορεσμός,
  • χρώμα,
  • ένταση,
  • ζωντάνια