Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insouciance

/ɪnsusiəns/

noun

1. The cheerful feeling you have when nothing is troubling you

    synonym:
  • carefreeness
  • ,
  • insouciance
  • ,
  • lightheartedness
  • ,
  • lightsomeness

1. Το χαρούμενο συναίσθημα που έχετε όταν τίποτα δεν σας ενοχλεί

συνώνυμο:
  • ανεπιτήδευτη,
  • ανυπακοή,
  • ελαφρότητα,
  • φωταγωγία

Examples of using

The cicada has represented insouciance since antiquity.
Το τζιτζίκι αντιπροσωπεύει την ανυπακοή από την αρχαιότητα.