Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "insistence" into Greek language

Μετάφραση έννοια & ορισμός της λέξης "επιμονή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insistence

[Επιμονή]
/ɪnsɪstəns/

noun

1. Continual and persistent demands

    synonym:
  • insistence
  • ,
  • insisting

1. Συνεχείς και επίμονες απαιτήσεις

    συνώνυμο:
  • επιμονή
  • ,
  • επιμένοντας

2. The state of demanding notice or attention

  • "The insistence of their hunger"
  • "The press of business matters"
    synonym:
  • imperativeness
  • ,
  • insistence
  • ,
  • insistency
  • ,
  • press
  • ,
  • pressure

2. Η κατάσταση της απαιτητικής ειδοποίησης ή προσοχής

  • "Η επιμονή της πείνας τους"
  • "Ο τύπος των επιχειρηματικών θεμάτων"
    συνώνυμο:
  • επιτακτικότητα
  • ,
  • επιμονή
  • ,
  • πατήστε
  • ,
  • πίεση

3. The act of insisting on something

  • "Insistence on grammatical correctness is a conservative position"
    synonym:
  • insistence
  • ,
  • insistency

3. Η πράξη του να επιμένεις σε κάτι

  • "Η επιμονή στη γραμματική ορθότητα είναι μια συντηρητική θέση"
    συνώνυμο:
  • επιμονή