Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insipid

/ɪnsɪpəd/

adjective

1. Lacking taste or flavor or tang

  • "A bland diet"
  • "Insipid hospital food"
  • "Flavorless supermarket tomatoes"
  • "Vapid beer"
  • "Vapid tea"
    synonym:
  • bland
  • ,
  • flat
  • ,
  • flavorless
  • ,
  • flavourless
  • ,
  • insipid
  • ,
  • savorless
  • ,
  • savourless
  • ,
  • vapid

1. Ελλείπει γεύση ή γεύση ή επίδειξη

  • "Μια ήπια δίαιτα"
  • "Εσωτερική νοσοκομειακή τροφή"
  • "Αγελαστές ντομάτες σούπερ μάρκετ"
  • "Χυδαία μπύρα"
  • "Χυδαίο τσάι"
συνώνυμο:
  • μπλαντ,
  • επίπεδο,
  • αρωματισμένοσ,
  • αρωματικός,
  • άπιστοσ,
  • ανούσιοσ,
  • ανούσιοσ,
  • ατμός

2. Lacking interest or significance or impact

  • "An insipid personality"
  • "Jejune novel"
    synonym:
  • insipid
  • ,
  • jejune

2. Έλλειψη ενδιαφέροντος ή σημασίας ή αντίκτυπου

  • "Μια ανόητη προσωπικότητα"
  • "Μυθιστόρημα τζετ"
συνώνυμο:
  • άπιστοσ,
  • τζιζούνιο