Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insignificant

/ɪnsɪgnjɪfɪkənt/

adjective

1. Not worthy of notice

    synonym:
  • insignificant
  • ,
  • undistinguished

1. Δεν αξίζει προειδοποίηση

συνώνυμο:
  • ασήμαντοσ,
  • αδιακρίτωσ

2. Signifying nothing

  • "Insignificant sounds"
    synonym:
  • insignificant

2. Δεν σημαίνει τίποτα

  • "Ασυναγώνιστοι ήχοι"
συνώνυμο:
  • ασήμαντοσ

3. Of little importance or influence or power

  • Of minor status
  • "A minor, insignificant bureaucrat"
  • "Peanut politicians"
    synonym:
  • insignificant
  • ,
  • peanut

3. Μικρή σημασία ή επιρροή ή δύναμη

  • Ήσσονος κατάστασης
  • "Ένας μικρός, ασήμαντος γραφειοκράτης"
  • "Πολιτικοί του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου"
συνώνυμο:
  • ασήμαντοσ,
  • φυστίκι

4. Devoid of importance, meaning, or force

    synonym:
  • insignificant
  • ,
  • unimportant

4. Στερημένος από σημασία, νόημα ή δύναμη

συνώνυμο:
  • ασήμαντοσ,
  • ασήμαντοσ

Examples of using

We're quite insignificant, but awesome nevertheless.
Είμαστε αρκετά ασήμαντοι, αλλά φοβερό παρ 'όλα αυτά.