Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insertion

/ɪnsərʃən/

noun

1. A message (spoken or written) that is introduced or inserted

  • "With the help of his friend's interpolations his story was eventually told"
  • "With many insertions in the margins"
    synonym:
  • interpolation
  • ,
  • insertion

1. Ένα μήνυμα ( ομιλούμενο ή γραπτό) που εισάγεται ή παρεμβάλλεται

  • "Με τη βοήθεια των παρεμβολών του φίλου του τελικά ειπώθηκε η ιστορία του"
  • "Με πολλές εισαγωγές στα περιθώρια"
συνώνυμο:
  • παρεμβολή,
  • εισαγωγή

2. The act of putting one thing into another

    synonym:
  • insertion
  • ,
  • introduction
  • ,
  • intromission

2. Η πράξη της τοποθέτησης ενός πράγματος σε ένα άλλο

συνώνυμο:
  • εισαγωγή,
  • εισαγωγή,
  • ενδοσυνεννοήσεωσ