Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inseparable

/ɪnsɛpərəbəl/

adjective

1. Not capable of being separated

  • "Inseparable pieces of rock"
    synonym:
  • inseparable

1. Δεν είναι ικανό να χωριστεί

  • "Ενσωματωμένα κομμάτια βράχου"
συνώνυμο:
  • αδιαχώριστοσ

Examples of using

They soon became inseparable.
Σύντομα έγιναν αδιαχώριστοι.
They are inseparable.
Είναι αδιαχώριστες.
He and I have been inseparable friends since our student days.
Αυτός και εγώ είμαστε αχώριστοι φίλοι από τις μέρες των μαθητών μας.